Πρέπει να αποκαλούμε τον Φιλάρετο «πατριάρχη»; Απάντηση προς τον Αρχιεπίσκοπο Σιλβέστρο

2825
30 Μαρτίου 13:42
1
Ο Φιλάρετος και ο Αρχιεπίσκοπος Σιλβέστρος. Φωτογραφία: ΕΟΔ Ο Φιλάρετος και ο Αρχιεπίσκοπος Σιλβέστρος. Φωτογραφία: ΕΟΔ

Ο Σεβασμιώτατος Σιλβέστρος αποκαλεί τον Φιλάρετο «πατριάρχη» και τον παρουσιάζει ως ιδεολογικό αγωνιστή υπέρ μίας ανεξάρτητης ουκρανικής Εκκλησίας. Εξετάζουμε κατά πόσον αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Την ένατη ημέρα μετά την εκδημία του Φιλαρέτου Ντενισένκο, ο Αρχιεπίσκοπος Μπέλγκοροντ Σιλβέστρος, Πρύτανης των Θεολογικών Σχολών Κιέβου, δημοσίευσε κείμενο αφιερωμένο στη δράση του. Το κείμενο εμφανίζεται τόσο ασυνήθιστο, ώστε αποφασίσαμε να το εξετάσουμε συνοπτικώς.

Καταρχάς, προκαλεί εντύπωση ότι ο Σεβασμιώτατος αποκαλεί τον Φιλάρετο «πατριάρχη». Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος αντιλαμβάνεται άριστα την επίδραση ενός τέτοιου χαρακτηρισμού, γι’ αυτό και αρχίζει το κείμενό του με εξήγηση της επιλογής του. Υπενθυμίζει ότι ουδεμία εκ των Τοπικών Εκκλησιών ανεγνώρισε στον Ντενισένκο πατριαρχικό καθεστώς, συμπεριλαμβανομένου και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπου αναφερόταν αποκλειστικώς ως «πρώην Μητροπολίτης Κιέβου εν αποστρατεία».

Ο Αρχιεπίσκοπος εξηγεί τη χρήση του όρου «πατριάρχης» αναφορικά με τον Φιλάρετο, υποστηρίζοντας ότι «στον διάλογο μεταξύ εκπροσώπων διαφόρων χριστιανικών ομολογιών και διαφορετικών εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών ισχύει ο κανόνας να χρησιμοποιούνται οι ονομασίες και οι τίτλοι όπως είναι καθιερωμένοι εκ μέρους εκάστης των πλευρών του διαλόγου».

«Πρόκειται για έναν φυσικό κανόνα ευγενείας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο αποκαλώ εδώ τον μακαριστό Φιλάρετο (Ντενισένκο) πατριάρχη», υπογράμμισε ο Σεβασμιώτατος.

Γιατί για τον Σεβασμιώτατο Σιλβέστρο ο Φιλάρετος είναι «πατριάρχης»

Και εδώ ανακύπτουν ορισμένα ερωτήματα.

Πρώτον, παραμένει άγνωστο με ποιον ακριβώς θα επιθυμούσε να διεξαγάγει διάλογο ο Σεβασμιώτατος Σιλβέστρος, αποκαλώντας τον Φιλάρετο «πατριάρχη».

Όπως ήδη επεσήμανε, στην Κωνσταντινούπολη ο Φιλάρετος δεν εθεωρείτο πατριάρχης, ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας αποκαλείτο αποκλειστικώς «επίτιμος πατριάρχης». Επισήμως, ο όρος «Πατριάρχης Φιλάρετος» χρησιμοποιείται σήμερα μόνον εντός του λεγομένου «Πατριαρχείου Κιέβου». Πρόκειται, όμως, για μία περιθωριακή και ολιγάριθμη δομή, η οποία ευρίσκεται ήδη στο κατώφλι απορροφήσεως από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. Μαζί με αυτήν, αναμένεται να εκλείψει και η εν λόγω ονομασία.

Εάν δε ο Σεβασμιώτατος έχει κατά νουν την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, θα πρέπει να υπενθυμισθεί ότι η Ουκρανική Ορθόδοξος Εκκλησία, κατά τη Σύνοδό της στη Φεοφανεία, διατύπωσε απολύτως σαφείς όρους για διάλογο με τη δομή αυτή. Ένας εκ των τριών όρων (και ο ευχερέστερος στην εφαρμογή) ήταν η παύση των καταλήψεων ναών. Είναι, όμως, γνωστό πώς «ανταποκρίθηκε» η πλευρά του Ντουμένκο: οι καταλήψεις όχι μόνον δεν έπαυσαν, αλλά πολλαπλασιάσθηκαν.

Δεύτερον, κάθε επιδίωξη διαλόγου οφείλει να είναι αμοιβαία, διαφορετικά στερείται νοήματος. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας δεν περιορίζονται απλώς σε καταλήψεις ναών – επιδίδονται σε πραγματική εκστρατεία δυσφημήσεως της Εκκλησίας, χαρακτηρίζοντας το επισκοπάτο, τον κλήρο και τους πιστούς της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ως «πράκτορες της FSB», «μοσχοβίτες» και «πνευματικούς κατακτητές».

Ο Ντουμένκο έχει επανειλημμένως δηλώσει ότι δεν διακρίνει νόημα σε διάλογο με την Ουκρανική Ορθόδοξο Εκκλησία, ενώ ο τελικός του στόχος είναι η «ένταξη» όλων των ενοριών της στη δική του δομή. Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε αναφορά σε «διάλογο» δεν είναι απλώς ατελέσφορη – εκλαμβάνεται από την αντίπαλη πλευρά ως ένδειξη αδυναμίας και ως προσπάθεια κατευνασμού της.

Κατά συνέπεια, η «ευγένεια» του Αρχιεπισκόπου Σιλβέστρου απευθύνεται, στην ουσία, προς το κενό.

Στη χριστιανική παράδοση δεν είναι σύνηθες να ομιλούμε αρνητικά για τους κεκοιμημένους. Ωστόσο, η παραμόρφωση της αληθείας χάριν ευπρεπείας δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη. «Ελπίζω στην κατανόηση των ενοριτών της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και στην χριστιανική τους αγάπη», γράφει ο Σεβασμιώτατος Σιλβέστρος. Πλην όμως, είναι μάλλον απίθανο οι προσδοκίες του να επαληθευθούν. Ιδιαιτέρως δυσχερές θα είναι να τον κατανοήσουν εκείνοι οι πιστοί, από τους οποίους οι κληρικοί του Φιλαρέτου αφαίρεσαν τους ναούς. Διότι, εάν εντός της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας θεωρείται εύλογο να αποκαλείται ο Ντενισένκο πατριάρχης, τότε ποιο ήταν το νόημα της υπερασπίσεως των ιερών ναών τους, αντί απλώς να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του;

Δίψα για εξουσία ή «αίσθηση αμετάκλητων αλλαγών»;

Είναι ευρέως γνωστό ότι μέχρι το 1990 ο Φιλάρετος υπήρξε ένθερμος αντίπαλος της ουκρανικής αυτοκεφαλίας. Εξεφραζόταν με ιδιαιτέρως απαξιωτικό τρόπο για τα μέλη της Ουκρανικής Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, ομιλούσε αποκλειστικώς ρωσικά και δεν αναγνώριζε τη δυνατότητα χρήσεως της ουκρανικής γλώσσας στη λατρεία. Όλοι θυμούνται πολύ καλά πότε επήλθε η «στροφή» στη ρητορική και την κοσμοθεωρία του τότε Μητροπολίτου Κιέβου: κατά τις πατριαρχικές εκλογές της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας το 1990, όταν ο Φιλάρετος, ως τοποτηρητής του πατριαρχικού θρόνου, ανέμενε να επικρατήσει.

Επιστρέφοντας στο Κίεβο μετά την ήττα του, ο Φιλάρετος Ντενισένκο μετέβαλε αιφνιδίως και ριζικώς τη στάση του έναντι του αυτοκεφαλικού κινήματος. Ο Αρχιεπίσκοπος Σιλβέστρος περιγράφει την περίοδο εκείνη ως εξής: «Είναι απολύτως προφανές ότι αμέσως μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας το 1991, ο Μητροπολίτης Φιλάρετος κατενόησε ότι αυτό δεν ήταν κάτι τυχαίο. Διαισθάνθηκε ότι είχε συντελεσθεί, όπως λέγεται, μία “τεκτονική μετατόπιση” και ότι ο κόσμος δεν θα ήταν πλέον ποτέ ο ίδιος».

Κατά τον Αρχιεπίσκοπο, ο Ντενισένκο υπήρξε ένας προοδευτικός ανανεωτής, ο οποίος «κατά τη διάρκεια της ζωής του επανειλημμένως συγκαταλεγόταν μεταξύ εκείνων που πρώτοι διαισθάνονταν τις αμετάκλητες αλλαγές στο κράτος και την κοινωνία».

Βεβαίως, ο Σεβασμιώτατος έχει το δικαίωμα στη δική του ερμηνεία. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα: πόσο ειλικρινής υπήρξε αυτή η αιφνίδια μεταστροφή; Διότι υπάρχουν πολυάριθμες μαρτυρίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Φιλάρετος όχι μόνον δεν υποστήριζε την ιδέα της ουκρανικής ανεξαρτησίας, αλλά και την απέρριπτε κατηγορηματικώς. Και, επιπλέον, ήταν άραγε ο μόνος που εκείνη τη στιγμή «διαισθάνθηκε αμετάκλητες αλλαγές»;

Προφανώς όχι. Με την απόκτηση της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, πολλοί πεπεισμένοι κομμουνιστές και υποστηρικτές της Σοβιετικής Ενώσεως, μέσα σε μία στιγμή, «ανακάλυψαν» εντός τους την απόρριψη του ολοκληρωτικού σοβιετικού παρελθόντος και την αγάπη προς το νεοσύστατο ουκρανικό κράτος. Απλώς συνέπεσε.

Στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αρνήθηκαν να συμφιλιωθούν με τον Φιλάρετο;

Ο Σεβασμιώτατος Σιλβέστρος αναφέρεται σε μία αινιγματική κατάσταση σχετικά με την επιστολή του Φιλαρέτου της 16ης Νοεμβρίου 2017, απευθυνόμενη προς τον Πατριάρχη Κύριλλο και τη Ρωσική Ορθόδοξο Εκκλησία, στην οποία έγραφε: «Εγώ, ως αδελφός σας και συλλειτουργός, ζητώ συγχώρηση για όλα όσα έχω αμαρτήσει με λόγο, έργο και όλα τα αισθήματά μου, και από καρδίας συγχωρώ ειλικρινώς όλους». Ο Αρχιερεύς υποστηρίζει ότι ο Φιλάρετος «επιδίωκε τη συμφιλίωση και ήταν ικανός, προς τούτο, να προβεί σε συμβιβασμούς», καθώς και ότι «ανέμενε πως η Σύνοδος θα λάβει απόφαση για την άρση των κανονικών ποινών εις βάρος του και θα καθορίσει την περαιτέρω πορεία προς τη συμφιλίωση».

«Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη. Επιπλέον, τότε εμφανίσθηκαν στα ρωσικά μέσα ενημερώσεως δημοσιεύματα, τα οποία επιδείνωσαν ουσιωδώς τη διαδικασία μιας ενδεχόμενης συμφιλιώσεως», γράφει ο Αρχιεπίσκοπος. Κατά τα λεγόμενά του, ο Φιλάρετος «δεν βρήκε τότε κατανόηση εκ μέρους του Πατριάρχου Κυρίλλου και της Αρχιερατικής Συνόδου της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας» και, ως εκ τούτου, «έλαβε την αποφασιστική επιλογή να στραφεί προς διαπραγματεύσεις με την Κωνσταντινούπολη, οι οποίες τελικώς αποδείχθηκαν επιτυχείς».

«Κάθε φορά που εμφανιζόταν στον ορίζοντα έστω και υπαινιγμός συμφιλιώσεως, η ηγεσία της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας έκανε τα πάντα ώστε αυτή να μην πραγματοποιηθεί», υπογραμμίζει ο Σεβασμιώτατος.

Τα λόγια αυτά απαιτούν σοβαρή ανάλυση.

Παρά τις εύλογες επικρίσεις προς τη σύγχρονη Ρωσική Ορθόδοξο Εκκλησία – για τη στήριξη του πολέμου και για αμφιλεγόμενες ενέργειες σε σχέση με την Ουκρανική Ορθόδοξο Εκκλησία – δεν θα πρέπει να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ερμηνεύει ιστορικά γεγονότα υπό παραμορφωμένο πρίσμα.

Εάν εξετασθεί λεπτομερώς η κατάσταση με την επιστολή του Φιλαρέτου, παρουσιάζεται εντελώς διαφορετικά από ό,τι την περιγράφει ο Σεβασμιώτατος Σιλβέστρος.

Υπενθυμίζουμε ότι η εν λόγω προσφυγή του Ντενισένκο προς τη Ρωσική Ορθόδοξο Εκκλησία εξετάσθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2017 κατά την Αρχιερατική Σύνοδο. Ιδού πώς διατυπώθηκε στο σχετικό κείμενο αποφάσεως της Συνόδου: «Μετά από πικρά είκοσι πέντε έτη διαιρέσεων, βίας, αμοιβαίας εχθρότητας, προσβολών και παρεξηγήσεων, που προέκυψαν στην ουκρανική Ορθοδοξία και στην ουκρανική κοινωνία ως αποτέλεσμα του σχίσματος, εμφανίζεται επιτέλους η δυνατότητα να τεθεί η αρχή της αποκαταστάσεως της ενότητας».

Κατά τη Σύνοδο συγκροτήθηκε αμέσως επιτροπή για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων με το λεγόμενο «Πατριαρχείο Κιέβου». «Εάν οι διαπραγματεύσεις αυτές αποδειχθούν επιτυχείς, ασφαλώς θα μπορέσουμε να εξετάσουμε και περαιτέρω βήματα», δήλωσε τότε ο Πρόεδρος του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας, Μητροπολίτης Ιλαρίων (Αλφέεφ).

Επιπλέον, αναφέρθηκε και στο ίδιο ζήτημα των άστοχων δημοσιευμάτων στα ρωσικά μέσα ενημερώσεως, τα οποία μνημόνευσε ο Αρχιεπίσκοπος Σιλβέστρος. Συγκεκριμένα, έκανε λόγο για δημοσίευμα του πρακτορείου «Interfax», στο οποίο αναφερόταν ότι ο Φιλάρετος είχε ζητήσει «χάρη» από τον Πατριάρχη Κύριλλο.

«Θα ήθελα να εκφράσω τη διαμαρτυρία μου προς το πρακτορείο “Interfax” σε σχέση με μία προκλητική δημοσίευση, η οποία προκάλεσε έντονη αγανάκτηση στην Ουκρανία. Διότι ουδεμία αναφορά σε “χάρη” υπήρχε ούτε στην επιστολή του πρώην Μητροπολίτου Κιέβου Φιλαρέτου ούτε στις αποφάσεις της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας», δήλωσε τότε ο Μητροπολίτης Ιλαρίων.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Φιλάρετος «δεν βρήκε κατανόηση» εκ μέρους της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και ότι η ηγεσία της «έκανε τα πάντα ώστε να μην υπάρξει συμφιλίωση»; Όχι. Η εικόνα ήταν ακριβώς η αντίθετη.

Δυστυχώς, ήδη από την επόμενη ημέρα μετά τη Σύνοδο – όταν η επιτροπή της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας για τον διάλογο με το λεγόμενο «Πατριαρχείο Κιέβου» δεν είχε καν προλάβει να αρχίσει το έργο της – ο Φιλάρετος ουσιαστικώς αναίρεσε την επιστολή του. Οι λόγοι που επικαλέσθηκε για την απόφαση αυτή υπήρξαν μάλλον παράδοξοι. Σε συνέντευξη Τύπου της 1ης Δεκεμβρίου δήλωσε ότι, κατά την Αρχιερατική Σύνοδο που εξέτασε την επιστολή, οι ιεράρχες όφειλαν να άρουν αμέσως το ανάθεμα εις βάρος του και να αποκαταστήσουν πάραυτα την ευχαριστιακή κοινωνία μαζί του, ενώ ο ίδιος δεν είχε καμία πρόθεση να μετανοήσει για οτιδήποτε.

Χρειάζεται άραγε να επισημανθεί ότι μία τέτοια προσδοκία ήταν εκ των προτέρων αδύνατη;

Το τι ακριβώς σήμαινε η επιστολή του Φιλαρέτου παρέμεινε τελικώς αίνιγμα. Η υπηρεσία Τύπου του λεγομένου «Πατριαρχείου Κιέβου» ανέφερε ότι επρόκειτο να αποτελέσει την απαρχή της αναγνωρίσεως της δομής αυτής ως Τοπικής Εκκλησίας της Ουκρανίας (κάτι που, κατ’ ονομασίαν, συνέβη ένα έτος αργότερα υπό την επωνυμία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας).

«Παρά ταύτα, στο Πατριαρχείο Κιέβου χαιρετίζεται η πρόθεση εκ μέρους του Πατριαρχείου Μόσχας για διάλογο, – αναφερόταν στη σχετική ανακοίνωση. – Ωστόσο, ο σκοπός αυτού του διαλόγου δεν μπορεί να είναι ούτε “μετάνοια” ενώπιον της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ούτε διοικητική υπαγωγή σε αυτήν υπό οποιαδήποτε μορφή. Η μόνη τελική επιδίωξη ενός τέτοιου διαλόγου, κατά την Ουκρανική Ορθόδοξο Εκκλησία – Πατριαρχείο Κιέβου, είναι αποκλειστικώς η αναγνώριση της αυτοκεφαλίας της Τοπικής Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και η ενοποίηση της ουκρανικής Ορθοδοξίας».

Δεν γνωρίζουμε για ποιον λόγο ο Φιλάρετος μετέβαλε τότε αιφνιδίως τη στάση του. Ωστόσο, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ορθό να αποδίδεται στη Ρωσική Ορθόδοξο Εκκλησία ευθύνη για το ότι η επιστολή του δεν είχε ουσιαστική συνέχεια.

Περί της «διακοπής του διαλόγου» το 2009

Στη δημοσίευσή του, ο Σεβασμιώτατος Σιλβέστρος αναφέρεται σε μία ακόμη χρονολογία – το 2009. Κατά τα λεγόμενά του, τότε πραγματοποιήθηκε η πρώτη απόπειρα διαλόγου μεταξύ της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και του λεγομένου «Πατριαρχείου Κιέβου»: «Τότε, εξαιτίας σκληρής παρεμβάσεως του Πατριαρχείου Μόσχας, ο διάλογος μεταξύ της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Πατριαρχείου Κιέβου διεκόπη». Ο Αρχιεπίσκοπος τονίζει ότι το 2009, όπως και κατά τη δεκαετία του 1990 και το 2017, οι αποφάσεις της ηγεσίας της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας «ήταν πάντοτε προσανατολισμένες όχι στην υπέρβαση του σχίσματος, αλλά στην αποτροπή της πραγματικής αποκτήσεως ανεξαρτησίας της Εκκλησίας στην Ουκρανία».

Ο διάλογος μεταξύ της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Πατριαρχείου Κιέβου πράγματι εκκίνησε το 2009. Ωστόσο, δεν υπάρχει σε δημόσια προσβάσιμες πηγές καμία επιβεβαιωμένη πληροφορία περί «σκληρής παρεμβάσεως» της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αντιθέτως, το 2010, στη Σύνοδο του Πατριαρχείου Κιέβου, έγινε λόγος για «πρόοδο στο ζήτημα της υπερβάσεως της εκκλησιαστικής διαιρέσεως στην Ουκρανία, η οποία επετεύχθη ως αποτέλεσμα της δραστηριότητας των ομάδων εργασίας του Πατριαρχείου Κιέβου και της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας (ΜΠ) για την προετοιμασία του διαλόγου».

Εντούτοις, είναι πιθανόν ο Σεβασμιώτατος Σιλβέστρος να είχε κατά νουν την έκκληση της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της 26ης Ιουλίου 2010 «προς τους ορθοδόξους χριστιανούς της Ουκρανίας που βρίσκονται εκτός της ενότητας της Αγίας Εκκλησίας». Στο κείμενο αυτό περιεχόταν πρόσκληση προς επανένωση με την Ουκρανική Ορθόδοξο Εκκλησία, ενώ, μεταξύ άλλων, ετίθετο και το ζήτημα των μηχανισμών αναγνωρίσεως των μυστηρίων του λεγομένου «Πατριαρχείου Κιέβου» και της Ουκρανικής Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Ο Φιλάρετος απέρριψε την έκκληση αυτή ως «χειριστική». Ωστόσο, ακόμη και το εν λόγω κείμενο δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως «σκληρή παρέμβαση του Πατριαρχείου Μόσχας στον διάλογο μεταξύ της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Πατριαρχείου Κιέβου». Επιπλέον, μία τέτοια παρέμβαση ήταν, κατ’ αρχήν, αδύνατη λόγω του αυτονομικού καθεστώτος της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όλα τα εσωτερικά ζητήματα της Εκκλησίας αυτής ερυθμίζονταν και εξακολουθούν να ρυθμίζονται αυτοτελώς.

Εξάλλου, ομιλώντας περί της δράσεως του Φιλαρέτου, δεν μπορεί να παραλειφθεί η αναφορά στα γεγονότα του 2008, όταν ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος μετέβη στο Κίεβο με πρόθεση να νομιμοποιήσει το λεγόμενο «Πατριαρχείο Κιέβου» και την Ουκρανική Αυτοκέφαλο Ορθόδοξο Εκκλησία. Η κατάσταση ήταν σχεδόν ταυτόσημη με εκείνη που έλαβε χώρα δέκα έτη αργότερα, με μία ουσιώδη διαφορά: ο Φιλάρετος την τελευταία στιγμή μετέβαλε στάση.

Υπάρχουν επιστολές προς τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο εκ μέρους του Φιλαρέτου Ντενισένκο και του τότε επικεφαλής της Ουκρανικής Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μεθοδίου Κουντριακόφ, με αίτημα την αποδοχή των ενοποιημένων δομών τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ως μητροπόλεως με προοπτική αποκτήσεως αυτοκεφαλίας.

Όταν, όπως φαινόταν, όλες οι τυπικές διαδικασίες είχαν ολοκληρωθεί και από την εμφάνιση μιας νέας «εκκλησίας» απέμενε μόνον η υπογραφή των σχετικών εγγράφων, ο Φιλάρετος υπαναχώρησε αιφνιδίως. Αργότερα, ο επικεφαλής της Ουκρανικής Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μεθόδιος Κουντριακόφ, του απηύθυνε ανοικτή επιστολή, στην οποία ανέφερε:

«Όταν πληροφορηθήκατε ότι η εκλογή του Προκαθημένου της Ουκρανικής Εκκλησίας θα διεξαχθεί επί εναλλακτικής βάσεως και ότι δεν διαθέτετε εκατό τοις εκατό εγγύηση εκλογής στη θέση αυτή, οι διαπραγματεύσεις ουσιαστικά κατέρρευσαν… Απλώς δεν επιθυμείτε να παραιτηθείτε από την εξουσία και τη θέση σας. Στη διαδικασία εκλογής του Προκαθημένου διακρίνατε μία δυνητική απειλή για την προσωπική σας εξουσία στο λεγόμενο “Πατριαρχείο Κιέβου”, η οποία σήμερα είναι, στην ουσία, απεριόριστη. Έτσι, επιδιώκοντας τη διατήρηση της προσωπικής σας ισχύος εντός της Εκκλησίας, ακυρώσατε πλήρως τη δυνατότητα κανονικής νομιμοποιήσεως και αποκτήσεως κανονικής αυτοκεφαλίας για την Ουκρανική Εκκλησία στο άμεσο ιστορικό μέλλον».

Ας σημειωθεί ότι τα λόγια αυτά δεν προέρχονται από εκπροσώπους της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ή της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο Μεθόδιος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενεργούσε υπέρ της Μόσχας· υπήρξε ένας από τους ηγέτες του ουκρανικού αυτοκεφαλιστικού κινήματος ήδη από την εποχή κατά την οποία ο Φιλάρετος, ως Έξαρχος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, τον επέκρινε δριμύτατα.

Τα γεγονότα του 2018 απλώς επιβεβαίωσαν την ορθότητα των θέσεων του Κουντριακόφ. Ο Φιλάρετος συναίνεσε στη δημιουργία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας όχι επειδή τον ενδιέφερε η συγκρότηση μιας αναγνωρισμένης τοπικής ουκρανικής Εκκλησίας, αλλά διότι του υποσχέθηκαν ότι θα ηγηθεί αυτής. Του το υποσχέθηκαν — αλλά τον εξαπάτησαν.

«Το ζήτημα είναι ότι το είχαμε συζητήσει αυτό με τον τότε Πρόεδρο, παρουσία του Επιφανίου, ακόμη πριν από τη Σύνοδο. Και ο Πρόεδρος μου είχε πει: “Εσείς θα διοικείτε την Εκκλησία, όπως και τώρα τη διοικείτε, ενώ ο Επιφάνιος θα την εκπροσωπεί προς τα έξω”», παραπονείτο αργότερα ο Ντενισένκο.

Όπως γνωρίζουμε, όταν διαπίστωσε την εξαπάτηση, ο Φιλάρετος χωρίς δισταγμό εγκατέλειψε την «αναγνωρισμένη αυτοκέφαλη ουκρανική Εκκλησία» — τη δομή την οποία ο ίδιος χαρακτήριζε ως έργο ζωής — και άρχισε εκ νέου να ανασυγκροτεί το λεγόμενο «Πατριαρχείο Κιέβου», όπου μπορούσε να παραμένει αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος.

                                                                            ***

Συνοψίζοντας, μπορεί κανείς να συμφωνήσει με τον Σεβασμιώτατο Σιλβέστρο στο ότι ο Φιλάρετος Ντενισένκο «υπήρξε ισχυρή και δυναμική προσωπικότητα». Ωστόσο, δύσκολα μπορεί να αξιολογηθεί ως άνθρωπος που αγωνίστηκε πρωτίστως για την ιδέα μιας τοπικής Εκκλησίας. Πράγματι, αγωνίστηκε — αλλά το κύριο κίνητρό του δεν ήταν τα συμφέροντα της Εκκλησίας. Τα γεγονότα δείχνουν ότι ο ύψιστος στόχος του υπήρξε πάντοτε η αδιαίρετη εξουσία, ενώ το πού ακριβώς θα κυριαρχούσε δεν είχε για τον ίδιο ιδιαίτερη σημασία. Σε μία από τις συνεντεύξεις του παραδεχόταν ο ίδιος ότι, εάν το 1990 είχε εκλεγεί Πατριάρχης της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, η τύχη της «ουκρανικής Εκκλησίας» δεν θα τον απασχολούσε.

Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι το πρόσωπο αυτό θα έπρεπε να αποκαλείται «πατριάρχης», έστω και για λόγους ευγενείας.

Εντούτοις, ο Αρχιεπίσκοπος Σιλβέστρος δικαίως μας υπενθυμίζει την εντολή του Χριστού περί «της ανάγκης να προσευχόμαστε υπέρ πάντων — ακόμη και υπέρ εκείνων που θεωρούμε εχθρούς και αδικούντες ημάς».

Ας ενωθούμε, λοιπόν, με τον Αρχιεπίσκοπο και ας ευχηθούμε στον νεοκοιμηθέντα Φιλάρετο να αναπαυθεί εν ειρήνη: «Τώρα η επίγεια πορεία του κρίνεται όχι πλέον από ανθρώπινο δικαστήριο, αλλά ενώπιον του Κριτηρίου του Θεού. Ας παρακαλέσουμε, λοιπόν, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό να δείξει το έλεός Του προς τον νεοκοιμηθέντα. Και ας ελπίζουμε ότι, όταν και εμείς σταθούμε ενώπιον του Θεού, ο Κύριος θα επιδείξει το έλεός Του και προς εμάς. Ας θυμόμαστε τα λόγια του Αποστόλου Ιακώβου: “Κρίσις ἀνέλεος τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος· καὶ κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως” (Ιακ. 2, 13)».

Εάν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επιλέξτε το απαιτούμενο κείμενο και πατήστε Ctrl+Enter ή Υποβολή σφάλματος για να το αναφέρετε στους συντάκτες.
Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επιλέξτε το με το ποντίκι και πατήστε Ctrl+Enter ή αυτό το κουμπί Εάν βρείτε κάποιο σφάλμα στο κείμενο, επισημάνετε το με το ποντίκι και κάντε κλικ σε αυτό το κουμπί Το επισημασμένο κείμενο είναι πολύ μεγάλο!
Διαβάστε επίσης