Σε μια επαρχία διόρισαν έναν νέο, πολύ ενεργητικό και αυστηρό επιθεωρητή. Εκείνος αποφάσισε να περιοδεύσει στις απομακρυσμένες αγροτικές ενορίες χωρίς προειδοποίηση. Φτάνει σε ένα απομονωμένο χωριό, μπαίνει στον ναό, και εκεί στο ιερό βλέπει έναν γεροντάκο, καλοσυνάτο εφημέριο με φθαρμένο ράσο να ασχολείται.
Ο επιθεωρητής, αποφασίζοντας να δείξει αμέσως την τάξη του, ρωτάει αυστηρά:
- Λοιπόν, πάτερ! Ελάτε να μου αναφέρετε πώς πάνε τα πράγματα στην ενορία σας με την κατήχηση, το ιεραποστολικό έργο και τη διακονία των νέων;
Ο γέρος έξαψε μπερδεμένος το γένι του, χαμογέλασε και απαντάει:
- Ωχ, παιδί μου... Με την κατήχηση τα πάμε εξαίρετα - η κατσίκα του κατηχητή, η Μάνκα, μόλις γέννησε τρία κατσικάκια. Με την ιεραποστολή επίσης όλα καλά: ο εκκλησιάρχης μας, ο παππούς Μιχέας, χθες πήγε στο διπλανό χωριό για ανταλλακτικά, και εξήγησε σε όλους τους άντρες έξω από το μαγαζί γιατί είναι αμαρτία να βρίζουμε. Όμως με τους νέους τα πράγματα δεν πάνε καλά, αυτό είναι αλήθεια. Από νέους στην ενορία μας είμαι μόνο εγώ - είμαι μόλις εβδομήντα δύο, οι υπόλοιποι αναπαύονται ήδη στο νεκροταφείο.