Γιατί δεν προσήλθε κανείς στην κηδεία του Φιλαρέτου;
Η απουσία εκπροσώπων άλλων Εκκλησιών από την κηδεία του Φιλαρέτου συνιστά επιδεικτική αγνόηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας.
Στις 20 Μαρτίου 2026 εκοιμήθη ο Φιλάρετος Ντενισένκο – πρόσωπο το οποίο, χωρίς υπερβολή, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κεντρική μορφή της ουκρανικής Ορθοδοξίας των τελευταίων τριών δεκαετιών.
Ήδη στις 22 Μαρτίου ετάφη στο Κίεβο. Στην εξόδιο ακολουθία παρέστησαν ο Πρόεδρος της χώρας, ο Πρόεδρος της Βερχόβνα Ράντα, ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλα επίσημα πρόσωπα.
Ωστόσο, μεταξύ των παρισταμένων δεν υπήρχε ούτε ένας εκπρόσωπος των Τοπικών Εκκλησιών που είχαν αναγνωρίσει τον Φιλάρετο ως κανονικό αρχιερέα: ούτε του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, ούτε της Εκκλησίας της Κύπρου, ούτε της Εκκλησίας της Ελλάδος, ούτε του Οικουμενικού Πατριαρχείου – εκείνου δηλαδή που τον «αποκατέστησε» στο αξίωμά του. Πέραν τούτου, στην εξόδιο ακολουθία δεν παρέστη ούτε ο Έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ουκρανία, επίσκοπος Κομανών Μιχαήλ (Ανιστσένκο), ο οποίος δεν είχε καν ανάγκη μετακινήσεως, καθώς θα μπορούσε να προσέλθει πεζή από την κατοικία του.
Η πλήρης αυτή απουσία εκπροσώπων άλλων Εκκλησιών δεν αποτελεί σύμπτωση ούτε απλή συγκυρία. Πρόκειται για εύγλωττη και, κατά την πεποίθησή μας, επιδεικτική αγνόηση. Και αυτή μιλά από μόνη της – πολύ πιο ηχηρά από οποιεσδήποτε δηλώσεις περί της «κανονικότητας» της δομής του Ντουμένκο.
Ποιος είναι ο Φιλάρετος Ντενισένκο
Ο Μιχαήλ Αντόνοβιτς Ντενισένκο – εν μοναχισμῷ Φιλάρετος – γεννήθηκε το 1929. Διήλθε ολόκληρη την εκκλησιαστική πορεία της σοβιετικής περιόδου: από δόκιμος έως Μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας, Έξαρχος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Κατά τη σοβιετική περίοδο υπήρξε ένας εκ των βασικών ιεραρχών του Πατριαρχείου Μόσχας, διοικών την Ουκρανική Ορθόδοξο Εκκλησία, η οποία υπαγόταν σε αυτό.
Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, ο Φιλάρετος επεδίωξε να καταστεί νέος Πατριάρχης της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας· όταν όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό, άρχισε να επιδιώκει ολοένα και πιο επίμονα την αυτοκεφαλία της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Και τούτο όχι μόνον διότι προσαρμόσθηκε ταχέως στις νέες συνθήκες και κατανόησε ότι οι νέες ουκρανικές αρχές χρειάζονταν μία «εθνική Εκκλησία», αλλά και προς εκπλήρωση ενός παλαιού του ονείρου: να ενδυθεί τον πατριαρχικό κουκούλιο.
Εν τέλει, επί σχεδόν τρεις δεκαετίες παρέμεινε αμετακίνητος «πατριάρχης» του λεγομένου «Πατριαρχείου Κιέβου». Υπενθυμίζεται ότι, για τις σχισματικές του ενέργειες, αρχικώς τέθηκε σε αργία, κατόπιν καθαιρέθηκε και, εν συνεχεία, αφορίσθηκε – απόφαση η οποία ανεγνωρίσθη από όλες τις Τοπικές Εκκλησίες.
Παρά ταύτα, ο Φιλάρετος Ντενισένκο κατέστη η κύρια κινητήριος δύναμη της διαδικασίας που οδήγησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη δημιουργία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας κατά τα έτη 2018–2019. Επί δεκαετίες επεδίωκε την αναγνώριση αυτή, οργάνωνε επαφές με την πλευρά της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ η δομή του – το λεγόμενο «Πατριαρχείο Κιέβου» – απετέλεσε τη βάση για τη συγκρότηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας, η οποία έλαβε Τόμο από την Κωνσταντινούπολη. Χωρίς τον Φιλάρετο Ντενισένκο, μία τέτοια εκκλησιαστική δομή απλώς δεν θα υφίστατο.
Μετά τη δημιουργία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας, ο Φιλάρετος έλαβε σε αυτήν τον παράδοξο τίτλο του «επιτίμου πατριάρχου». Υπό την ιδιότητα αυτή, η φωτογραφία του επί σχεδόν επτά έτη κοσμούσε την επίσημη ιστοσελίδα της δομής.
Ωστόσο, ο Ντενισένκο εισήλθε ταχύτατα σε σύγκρουση με τον προστατευόμενό του, τον Επιφάνιο. Η κύρια αιτία ήταν ότι του είχε υποσχεθεί η ηγεσία πως θα ηγείτο της νέας δομής, αλλά τελικώς παραγκωνίσθηκε. Ο Φιλάρετος άρχισε να υποστηρίζει ότι ο Τόμος ελήφθη με τίμημα τον περιορισμό των δικαιωμάτων της «ουκρανικής Εκκλησίας». Πλείστες δηλώσεις του ευρίσκοντο σε αντίθεση με την επίσημη θέση της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας, η οποία κατέβαλλε κάθε προσπάθεια να παρουσιάσει τις τοποθετήσεις του ως λόγους ενός ανθρώπου σχεδόν απολέσαντος τη διανοητική του διαύγεια.
Ακόμη και όταν δήλωσε ότι δεν αποτελεί αρχιερέα της δομής του Ντουμένκο, ακόμη και όταν άρχισε να «χειροτονεί» ίδιον «επισκοπάτο», η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας προσποιείτο ότι δεν συμβαίνει τίποτε και δεν επέβαλε καμία κανονική κύρωση εις βάρος του.
Παρά ταύτα, η κηδεία του παρουσιάσθηκε ως γεγονός μεγάλης σημασίας – τόσο για την ίδια την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας όσο και για την Ουκρανία εν γένει. Όχι όμως και για τον ορθόδοξο κόσμο.
Η θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Για να κατανοηθεί γιατί το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν απέστειλε στην κηδεία του Φιλαρέτου ούτε τον ελάχιστο εκπρόσωπο, είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί ο τρόπος με τον οποίο το Φανάρι προσδιόριζε το κανονικό του καθεστώς.
Για την Κωνσταντινούπολη, ο Φιλάρετος Ντενισένκο ουδέποτε υπήρξε επισήμως «πατριάρχης». Το γεγονός αυτό είχε διατυπωθεί ρητώς από εκπροσώπους του Φαναρίου. Κατά την άποψή τους, εθεωρείτο «Μητροπολίτης Κιέβου» – καθεστώς που καθορίσθηκε μετά τη χορήγηση του Τόμου. Το Φανάρι δεν ανεγνώρισε κατ’ αρχήν εις αυτόν πατριαρχική αξιοπρέπεια, παρά το γεγονός ότι η ίδια η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας τον αποκαλούσε «επίτιμο πατριάρχη» και παρά το ότι ο ίδιος επεδίωκε συστηματικώς την πατριαρχική αναγνώριση.
Διαφαίνεται, επομένως, μία αντίφαση: για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, ο Φιλάρετος ήταν «επίτιμος πατριάρχης», ενώ για την Κωνσταντινούπολη απλώς «μητροπολίτης». Ωστόσο, σημαντικότερο είναι το εξής: εάν ληφθεί υπ’ όψιν ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνωρίζει την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας ως «αδελφή Εκκλησία» και υποστηρίζει ενεργώς την ύπαρξή της, τότε η απουσία από την κηδεία ενός προσώπου το οποίο η ίδια η δομή θεωρούσε «επίτιμο πατριάρχη» εμφανίζεται, τουλάχιστον, ως μη φιλική χειρονομία.
Ιδιαιτέρως ενδεικτική είναι η απουσία του Εξάρχου του Φαναρίου στην Ουκρανία – Μιχαήλ (Ανιστσένκο). Ο Έξαρχος αποτελεί τον μόνιμο εκπρόσωπο της Κωνσταντινουπόλεως στη χώρα· η παρουσία του σε ένα τέτοιο γεγονός θα ήταν απολύτως φυσική, έστω και για λόγους πρωτοκόλλου. Ως εκ τούτου, η απουσία του εκλαμβάνεται ως πραγματικός διπλωματικός ελιγμός. Δεν δύναται να εξηγηθεί ούτε με επίκληση απασχολήσεως ούτε ως τυχαία σύμπτωση.
Τι υποκρύπτεται πίσω από την απόφαση αυτή; Οι απαντήσεις μπορεί να είναι περισσότερες από μία και δεν αλληλοαποκλείονται.
Πρώτον, η αγνόηση της κηδείας του Φιλαρέτου ενδέχεται να αντανακλά τη θέση της Κωνσταντινουπόλεως ως προς το κανονικό του καθεστώς. Εάν, κατά την αντίληψη του Φαναρίου, εθεωρείτο απλώς πρώην «Μητροπολίτης» (καθώς ως εν ενεργεία θεωρείται πλέον ο Ντουμένκο), τότε ο θάνατός του δεν επιβάλλει ιδιαίτερη τήρηση πρωτοκόλλου.
Δεύτερον, η Κωνσταντινούπολη ενδέχεται να απέφυγε οποιαδήποτε χειρονομία που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως έμμεση αναγνώριση πατριαρχικής αξιοπρέπειας στον Φιλάρετο, την οποία ο ίδιος απέδιδε στον εαυτό του. Η παρουσία σε κηδεία «επιτίμου πατριάρχου» θα ισοδυναμούσε με έμμεση αποδοχή του τίτλου αυτού.
Τρίτον – και ίσως το σημαντικότερο – μία τέτοια στάση ανταποκρίνεται στη γενική λογική της αντιμετωπίσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας από την Κωνσταντινούπολη, όχι ως πλήρους εκκλησιαστικού υποκειμένου, αλλά ως εργαλείου. Ο Τόμος εχορηγήθη, ο πολιτικός στόχος επετεύχθη. Η περαιτέρω ρύθμιση των σχέσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τη δομή του Ντουμένκο διαμορφώνεται βάσει των ιδίων του συμφερόντων – και η συμμετοχή στην κηδεία ενός ουκρανού εκκλησιαστικού προσώπου, έστω και σημαντικού, προδήλως δεν εντασσόταν σε αυτά.
Με άλλα λόγια,
η απουσία ιεραρχών της Κωνσταντινουπόλεως – έστω και για λόγους πρωτοκόλλου – αποτελεί ένδειξη στάσεως όχι μόνον έναντι του Φιλαρέτου προσωπικώς, αλλά και έναντι της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας εν γένει. Κατά τα φαινόμενα, η δομή αυτή δεν απολαύει, στα μάτια της Κωνσταντινουπόλεως, ούτε ουσιαστικού σεβασμού ούτε καν στοιχειώδους ευπρεπείας.
Οι Εκκλησίες που αναγνώρισαν την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας
Πέραν της Κωνσταντινουπόλεως, την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας αναγνώρισαν το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η Εκκλησία της Κύπρου και η Εκκλησία της Ελλάδος. Καμία εξ αυτών δεν απέστειλε εκπροσώπους στην κηδεία του Φιλαρέτου.
Το γεγονός αυτό χρήζει ιδιαιτέρας προσοχής, καθότι εν προκειμένω δεν δύναται να προβληθεί το επιχείρημα περί κανονικών διαφωνιών ως προς το καθεστώς του ιδίου του Φιλαρέτου. Εφόσον μία Εκκλησία αναγνωρίζει την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας ως νόμιμη Ορθόδοξη Εκκλησία, σημαίνει ότι, de facto, αναγνωρίζει και την εσωτερική της ζωή και, συνακολούθως, σέβεται τους διακεκριμένους ιεράρχες της. Η μη παρουσία σε κηδεία ενός προσώπου το οποίο η ίδια η δομή αποκαλούσε «πατριάρχη» συνιστά ένδειξη αδιαφορίας όχι τόσο έναντι του Φιλαρέτου προσωπικώς, όσο έναντι της ιδίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας.
Ταυτοχρόνως, ούτε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, ούτε η Εκκλησία της Κύπρου, ούτε η Εκκλησία της Ελλάδος αντιμετώπιζαν προφανή πρακτικά εμπόδια. Η Ουκρανία δεν αποτελεί απομονωμένη χώρα· οι διπλωματικές και εκκλησιαστικές επαφές με αυτήν διατηρούνται, παρά τον πόλεμο. Η Εκκλησία της Ελλάδος, μάλιστα, έχει επανειλημμένως εκφράσει την υποστήριξή της προς την Ουκρανία. Τι, λοιπόν, εμπόδισε την αποστολή έστω και ενός εκπροσώπου, έστω και χαμηλοτέρου βαθμού;
Η απάντηση φαίνεται να είναι μία: η αναγνώριση της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας εκ μέρους των Εκκλησιών αυτών υπήρξε πολιτική και όχι εκκλησιολογική πράξη. Έλαβε χώρα υπό την πίεση των περιστάσεων και, πρωτίστως, υπό την πίεση της Κωνσταντινουπόλεως. Η αναγνώριση αυτή δεν συνεπαγόταν πραγματική ένταξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας στον κύκλο των Ορθοδόξων Εκκλησιών ως ισοτίμου μέλους, αλλά απλώς συμφωνία με τη θέση του Πατριάρχου Βαρθολομαίου.
Τι σημαίνει αυτό για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας
Το σύνολο των ανωτέρω εκτεθέντων γεγονότων θέτει ένα καίριο ερώτημα: ποιο είναι το πραγματικό εκκλησιολογικό καθεστώς της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας στα μάτια εκείνων που την έχουν αναγνωρίσει;
Από τυπικής απόψεως, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας αποτελεί κανονική Τοπική Εκκλησία, η οποία έλαβε Τόμο από την Κωνσταντινούπολη. Στην πραγματικότητα, όμως, η κατάσταση εμφανίζεται διαφορετική. Ακόμη και οι Εκκλησίες που την αναγνώρισαν συμπεριφέρονται ως εάν η αναγνώριση αυτή να στερείται ουσιαστικού περιεχομένου. Η πλήρης απουσία τους από την κηδεία του Φιλαρέτου Ντενισένκο – προσώπου που δεν υπήρξε απλώς «ιεράρχης» της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας, αλλά συνέβαλε καθοριστικώς στη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ύπαρξή της – το καταδεικνύει σαφέστερα από οποιαδήποτε διακήρυξη.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο χρησιμοποίησε τον Φιλάρετο και τις δομές του λεγομένου «Πατριαρχείου Κιέβου» ως εργαλείο για την επίτευξη των στόχων του στο ουκρανικό εκκλησιαστικό πεδίο. Μετά τη χορήγηση του Τόμου, ο Φιλάρετος κατέστη πολιτικώς δυσχερής: επέμενε υπερβολικώς στο «πατριαρχικό» του καθεστώς και εξέφραζε εντόνως την κριτική του ως προς τους όρους υπό τους οποίους εχορηγήθη ο Τόμος. Από παράγοντας εξελίχθηκε σε πρόβλημα. Και όταν εκοιμήθη, απλώς δεν ελήφθη υπ’ όψιν: ούτε από το Φανάρι ούτε από εκείνους που ακολούθησαν το Φανάρι.
Όλη αυτή η ιστορία επιβεβαιώνει εκείνο για το οποίο πολλοί ορθόδοξοι θεολόγοι και εκκλησιαστικοί αναλυτές προειδοποιούσαν εξαρχής: η δημιουργία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας υπήρξε πρωτίστως πολιτικό εγχείρημα και όχι αυθεντική εκκλησιαστική επανένωση. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέκτησε ένα προγεφύρωμα στην Ουκρανία, το οποίο του ήταν αναγκαίο για την ενίσχυση των αξιώσεών του περί πρωτείου στον ορθόδοξο κόσμο. Η Ουκρανία έλαβε μία τυπική εκκλησιαστική επιβεβαίωση της ανεξαρτησίας της από τη Μόσχα.
Ωστόσο, πραγματική θέση εντός της ορθοδόξου οικογενείας η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας δεν κατέλαβε: ούτε de jure στα μάτια της πλειονότητας των Τοπικών Εκκλησιών ούτε de facto στη στάση ακόμη και εκείνων που την αναγνώρισαν. Η κηδεία του Φιλαρέτου Ντενισένκο υπήρξε απλώς μία ακόμη – και ίσως η πλέον εύγλωττη – επιβεβαίωση του γεγονότος αυτού.